XanTheater

  • Απέραντος σκουπιδότοπος είσοδοι πολυκατοικιών, καταστήματα και δρόμοι, από εκείνους που θέλουν να... νοικοκυρέψουν την πόλη
  • Στην τελική ευθεία μπαίνουν οι εκδηλώσεις με τίτλο "Σκίζομαι για την πόλη μου", στο πλαίσιο του πανελλαδικού προγράμματος "Εκλογές είναι, θα περάσουν"
  • Ένα εξαίσιο κείμενο ξανθιώτισσας προς υποψήφιους των δημοτικών εκλογών
  • Δεν έχουν ώρα ανάρτησης (πονηρά σκεπτόμενοι), γράφουν όμως "συμβαίνει αυτή την ώρα"! Κι ο αναγνώστης συγχύζεται (και με τις δύο έννοιες της λέξης)...
  • Το είδαν στο indeXanthi.gr και τους άρεσε. Προσέτρεξαν στην πηγή, το έκαναν copy-paste αλλά... ξέχασαν να την αναφέρουν. Όπως κάνουν καθημερινά...

Myblogs.gr

Νίκος

Σχεδόν το 90% των λαχανικών και των φρούτων που αγοράζουν οι Βούλγαροι καταναλωτές είναι εισαγόμενα και η εγχώρια παραγωγή καταστρέφεται εντελώς, δήλωσε ο εκτελεστικός διευθυντής της Ένωσης Παραγωγών Οπωροκηπευτικών της Βουλγαρίας Τσαβντάρ Μαρίνοφ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας για το 2018, οι εισαγωγές φρέσκων λαχανικών αυξήθηκαν κατά 11,7% ετησίως, φτάνοντας τους 226,7 χιλιάδες τόνους. Οι εισαγωγές φρέσκων φρούτων αυξήθηκαν κατά 9,4%, φτάνοντας στους 255,3 χιλιάδες τόνους.

Παράλληλα, σημειώθηκε μείωση 2% στην εγχώρια αγροτική παραγωγή. Κι αυτό, με δεδομένο ότι οι Βούλγαροι αγρότες επιδοτήθηκαν πέρυσι με το ποσό του 1,3 δισεκατομμυρίου ευρώ, με τα περισσότερα χρήματα να χορηγούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα υπόλοιπα από τον κρατικό προϋπολογισμό, όπως ανακοίνωσε ο υπουργός Γεωργίας Ρούμεν Ποροζάνοφ.

Όλα δείχνουν ότι η βουλγαρική γεωργία είναι σε άσχημη κατάσταση κι αυτό το καταλαβαίνουν όλοι οι Βούλγαροι καταναλωτές. Τα βουλγαρικά φρούτα, τα λαχανικά, το κρέας, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά και τα αγροτικά προϊόντα, βρίσκονται σε ελάχιστες ποσότητες και σχεδόν όλα τα τρόφιμα προέρχονται από –κυρίως- την Τουρκία, την Ελλάδα, την Πολωνία, τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία.

Η βουλγαρική γεωργία παράγει περίπου το 5% του Α.Ε.Π., τάση κάθε άλλο παρά ευνοϊκή. Πριν από τριάντα χρόνια η Βουλγαρία προμήθευε όλο το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με προϊόντα διατροφής. Μετά την αλλαγή καθεστώτος έγιναν μεταρρυθμίσεις στη γεωργία, οι οποίες δυστυχώς δεν έδωσαν τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα. Η επιστροφή των εκτάσεων στους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους ή στους κληρονόμους τους, κατακερμάτισε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και οι νέοι αγρότες αποδείχτηκαν ιδιοκτήτες μιας πολύ μικρής γεωργικής έκτασης, συχνά μικρότερης από ένα στρέμμα, η παραγωγή της οποίας δεν αρκούσε για να θρέψει τις οικογένειές τους. Αυτό οδήγησε στη μαζική εγκατάλειψη των χωριών και των αγροκτημάτων από τους νέους και στους μικρούς οικισμούς έμειναν κυρίως οι συνταξιούχοι. Μόνο η παραγωγή σιτηρών κατάφερε να εδραιωθεί και να εκσυγχρονιστεί σε κάποιο βαθμό και δημιουργήθηκαν σύγχρονες και προσαρμόσιμες μεσαίες επιχειρήσεις που εξάγουν με επιτυχία σιτηρά στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο.

Η παραγωγή αιθέριων ελαίων, κυρίως, τριανταφυλλέλαιου και λεβάντας, κατάφερε επίσης να σταθεί στα πόδια της και η χώρα παραμένει μια από τις πρώτες σε παγκόσμιο επίπεδο σ' αυτό τον τομέα. Η Βουλγαρία είναι επίσης ο μεγαλύτερος παραγωγός βοτάνων και μπαχαρικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EuroStat, το 2017 στη Βουλγαρία καλλιεργήθηκαν συνολικά 81 χιλιάδες τόνοι αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών και μπαχαρικών.

Η γεωργία έχει μακρά παράδοση στη Βουλγαρία, η οποία πριν από μερικές δεκαετίες ήταν μια ανεπτυγμένη αγροτική χώρα. Πλέον η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα σήμερα δεν βελτιώνεται ούτε από τις υπέροχες φυσικές συνθήκες ούτε από τις οικονομικές χορηγίες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής και των πωλήσεων, οδηγούν στη μείωση των εισοδημάτων των αγροτών. Για το 2018, σύμφωνα με την Ε.Σ.Υ., τα εισοδήματά τους μειώθηκαν κατά 14,8%, ενώ στους υπόλοιπους παραγωγικούς κλάδους αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 7%. Αυτό αναπόφευκτα απωθεί τόσο τους επενδυτές όσο και το εργατικό δυναμικό, επειδή σημαίνει χαμηλή κερδοφορία και ανεπαρκή προστιθέμενη αξία. Το κακό είναι ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις θετικής αλλαγής. Για παράδειγμα, η πολλά υποσχόμενη βιολογική γεωργία παραμένει στο περιθώριο και αντιπροσωπεύει μόνο το 5% της συνολικής παραγωγής του αγροτικού τομέα. Συνέπεια της κατάστασης αυτής είναι ότι οι περισσότεροι πολίτες καταναλώνουν όλο και περισσότερα εισαγόμενα φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά προϊόντα και κρέας. Και θυμούνται πόσο νόστιμα ήταν τα προϊόντα αυτά πριν από μερικές δεκαετίες, χάρη στην εργασία των αγροτών, τις δεξιότητες τους και τις ευνοϊκές φυσικές συνθήκες.

πηγή: Б.Н.Р.