Από το Κ.Κ.Ε.(μ-λ) Ξάνθης κοινοποιήθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση του κόμματος με τίτλο "Πέντε σημεία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με αφορμή την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα":

Η επικείμενη επίσκεψη του Ερντογάν στην Αθήνα που συμβαίνει σε μια περίοδο έντασης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ενώ έχει μπλοκάρει η προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να «κλείσει» το Κυπριακό, φέρνει για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο τις αντιθέσεις των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας και του επιπέδου «επιθετικότητας» της κάθε μίας, του ρόλου του ιμπεριαλιστικού παράγοντα και του καθεστώτος της εξάρτησης, του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και των όρων που δημιουργεί στην περιοχή, ζητήματα ασφάλειας του λαού και της χώρας και κινδύνων εμπλοκής σε περιπέτειες, και φυσικά της στάσης της αριστεράς και του λαού απέναντι στις εξελίξεις.

Με αυτή την έννοια θέλουμε να υπογραμμίσουμε την δική μας οπτική για τα ζητήματα αυτά:

1. Οι διαφορές και αντιπαραθέσεις των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας έχουν οπωσδήποτε ιστορική αναφορά, μνήμες και ανεκπλήρωτες επιθυμίες και ακουμπούν τους όρους σχηματισμού των σύγχρονων κρατών της Ελλάδας και της Τουρκίας. Κυρίως όμως τροφοδοτούνται από τρέχουσες και πολιτικά δρώσες αντιθέσεις και επιδιώξεις κυριαρχίας και ζωτικού χώρου, από τις οποίες καμιά από τις δύο πλευρές δεν είναι διατεθειμένη να παραιτηθεί μόνιμα, ουσιαστικά και οικειοθελώς υπέρ της άλλης.

Κεντρική θέση σ’ αυτές τις αντιπαραθέσεις κατέχει ο έλεγχος του Αιγαίου, με τον στρατηγικό ρόλο που έχει -μαζί με τα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων- σαν διάδρομος καθόδου από τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Μεσόγειο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι διαφορές και αμφισβητήσεις για το εύρος του εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων, τις γκρίζες ζώνες (νησίδες), την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ (που εμπεριέχουν και οικονομικούς ανταγωνισμούς). Πλάι τους τα ζητήματα της Θράκης (και της εκεί μειονότητας, της καταπίεσής της αφενός και της χρησιμοποίησής της αφετέρου) και το Κυπριακό με τις ιδιαιτερότητές του. Ευρύτερα, η αναζήτηση καλύτερου ρόλου σε Βαλκάνια, Αν. Μεσόγειο, Μ. Ανατολή και πάντα στα πλαίσια και σε αναφορά με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.

2. Οι αντιθέσεις των δύο αστικών τάξεων χρωματίζονται από το καθεστώς της εξάρτησης που βαραίνει τις δύο χώρες και φορτίζονται από το πως τις χρησιμοποιούν οι ιμπεριαλιστές για να αποκομίζουν κάθε φορά μεγαλύτερα κέρδη και να διαιωνίζουν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Αναθέτοντας (ή μη αναθέτοντας) ρόλους, χρησιμοποιώντας τα προβλήματα της κάθε χώρας, παρεμβαίνοντας υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς όταν ανοίγονται ζητήματα, ενισχύοντας ή υποβαθμίζοντας την πολεμική τους ισχύ με τον τρόπο που «μοιράζουν» τη στρατιωτική «βοήθεια», και φυσικά με τη χρησιμοποίηση των μηχανισμών και των ερεισμάτων που διαθέτουν μέχρι και την υποκίνηση εσωτερικών ανατροπών και ανοικτών κρίσεων (που μπορεί να μετατραπούν και σε «θερμές»), όταν τα άλλα μέτρα δεν επαρκούν για την συμμόρφωση και ευθυγράμμιση της μιας ή και των δύο αστικών τάξεων.

Έχουμε δηλαδή ένα σύνολο παραγόντων που τροφοδοτούν συνεχείς εντάσεις και κινδύνους, ακόμη και πολεμικής αναμέτρησης ανάμεσα στις δύο χώρες, που δεν θα αρθούν παρά μόνο κάτω και μέσα από την πάλη των δύο λαών, έως την αποτίναξη του καθεστώτος της εξάρτησης και εκμετάλλευσης.

Τα παραπάνω συναρτώνται άμεσα και καθοριστικά από τους όρους και περιορισμούς που θέτουν οι επιλογές και οι ανταγωνισμοί των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και τα πολιτικά-οικονομικά-στρατιωτικά δεδομένα που διαμορφώνουν τόσο στο διεθνές, όσο και (κυρίως) στο άμεσο περιβάλλον, τα οποία άλλωστε παίζουν σημαντικό ρόλο και για το «βάρος» που έχει η κάθε χώρα για τον ιμπεριαλισμό.

Καμιά λοιπόν εξέλιξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ή καλύτερα στις αντιθέσεις που διέπουν τις αστικές τάξεις των δύο χωρών δεν μπορεί να ειδωθεί ολοκληρωμένα και σωστά με την παράλειψη της εξάρτησης των δύο χωρών από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα αλλά και τον ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

3. Ειδικότερα και για τη φάση που διανύουμε, πολύ μεγάλο ρόλο παίζει το γεγονός πως η περιοχή (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική και Ανατολική Μεσόγειος από τη μια και Βαλκάνια από την άλλη), στην οποία βρίσκεται η χώρα μας όπως και η γειτονική Τουρκία, έχει μετατραπεί σε ένα από τα κρίσιμα πεδία του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Καθοριστική επίδραση σ’ αυτόν ασκεί η ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση ΗΠΑ - Ρωσίας. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, την μετατροπή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου σε Νατοϊκές λίμνες, τον περιορισμό έως την εξάλειψη της ρώσικης επιρροής στην περιοχή.

Σ’ αυτό το πλαίσιο οι δύο χώρες, η Ελλάδα και η Τουρκία και οι αναμεταξύ τους σχέσεις έπαιζαν και παίζουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση των αμερικανικών στρατηγικών επιδιώξεων και τακτικών κινήσεων.

Οι ΗΠΑ σ’ αυτή την περίοδο θέλοντας να προωθήσουν τους στόχους τους στη Μέση Ανατολή χρησιμοποιούν μια σειρά δυνάμεις (π.χ. Κούρδους), κάτι που θίγει ζωτικά συμφέροντα της τουρκικής αστικής τάξης. Οι κινήσεις της τελευταίας (που γίνονται υπό καθεστώς σοβαρής πίεσης και αναταραχής, αλλά και της απαίτησης να κατοχυρώσουν και διευρύνουν ρόλο περιφερειακής δύναμης) όλο και περισσότερο βγαίνουν από το πλαίσιο (S-400 κλπ) που έχουν διαμορφώσει οι ΗΠΑ, ενώ από το αποτυχημένο πραξικόπημα και μετά οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις παρουσιάζουν σοβαρό πρόβλημα. Κατ’ αντίστοιχο τρόπο έχουν επιδεινωθεί οι σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ και κυρίως με τη Γερμανία.

Η ελληνική αστική τάξη και για λογαριασμό της η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ θεωρεί ότι της παρέχεται «νέα ιστορική ευκαιρία» (δεν διδάσκεται από τις προηγούμενες!!) και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει αυτή την επιδείνωση για να πλασαριστεί σαν το καλό παιδί που είναι έτοιμο για οποιαδήποτε παραχώρηση προς τα μεγάλα αφεντικά αλλά και για επικίνδυνους τυχοδιωκτισμούς, προσδοκώντας από τους αμερικανούς κάποια ανταλλάγματα στην αντιπαράθεσή της με την Τουρκία. Στην ίδια κατεύθυνση συμμετέχει ενεργά στους άξονες που στήνει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός (τριμερείς και τετραμερείς με το φασιστικό – σιωνιστικό Ισραήλ, την χούντα της Αιγύπτου, την Κύπρο), κινήσεις που με την ευρύτητα του περιεχομένου τους (ενεργειακά ζητήματα, ΑΟΖ, στρατιωτική συνεργασία) θεωρούνται από την Τουρκία (και είναι) ως «επιθετικές» και εισπράττουν τις ανάλογες απαντήσεις.

Απ’ ότι φαίνεται κατά την επίσκεψη του Τσίπρα στην Ουάσιγκτον δόθηκαν (άμεσα ή έμμεσα) εντολές-πλαίσιο κίνησης της ελληνικής κυβέρνησης για την προώθηση των αμερικάνικων επιδιώξεων στην περιοχή. Αυτό καταδεικνύεται από την επίσκεψη Κοτζιά στην Τουρκία, τις «πρωτοβουλίες» για τα ανοιχτά ζητήματα με Αλβανία και ΠΓΔΜ και κυρίως με την επικείμενη επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα.

Στο πεδίο των ευρωτουρκικών σχέσεων η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το μπλοκάρισμά της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας για ν’ αναδείξει/αναβαθμίσει τη δική της υπόσταση και να πιέσει την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Βέβαια σ’ αυτό το πεδίο και με άξονα το προσφυγικό η Τουρκία εξακολουθεί να έχει -και θα το έχει για αρκετό καιρό- ένα «χαρτί» που τόσο οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές όσο και η ελληνική αστική τάξη πρέπει να υπολογίζει. Ειδικά η άρχουσα τάξη της Ελλάδας είναι η τελευταία που θα ήθελε μια αλλαγή της συμφωνίας, μιας και τότε θα επωμίζονταν δυσανάλογα με τις δυνατότητές της πολύ μεγάλο και μάλλον ασήκωτο βάρος που θα της δημιουργούσε πολύ σοβαρές επιπλοκές.

Με τα παραπάνω δεδομένα η ελληνική αστική τάξη συνεχίζει να κινείται στην κατεύθυνση της υποστήριξης του «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της Τουρκίας, πλην όμως αυτή η κατεύθυνση (που έτσι κι αλλιώς δεν προσδιορίζεται κυρίως από την ίδια) φαίνεται ότι βρίσκεται σε δοκιμασία, με ότι αυτό συνεπάγεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Το κύριο πάντως ζήτημα είναι ότι οι «επιλογές» της (που κάνουν όλο και πιο ασφυκτικό το πλαίσιο της εξάρτησης) δημιουργούν τεράστιους κινδύνους για το λαό μας, όπως συμβαίνει άλλωστε και με το λαό της Τουρκίας που υφίσταται τις συνέπειες των επικίνδυνων επιλογών της τουρκικής άρχουσας τάξης. Ιδιαίτερη αναφορά -σε σχέση μ’ αυτές τις επιλογές- πρέπει να γίνει στην αναβάθμιση, επέκταση και διεύρυνση των αμερικάνικών βάσεων στη χώρα μας καθώς και στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα, που πρέπει να συναντήσουν την πλήρη, έμπρακτη αντίθεση του λαού μας.

4. Έχει αναπτυχθεί μια έντονη και κυρίαρχη θα λέγαμε φιλολογία (που κρατάει από την ήττα της ελληνικής αστικής τάξης το 1974) για «επιθετική Τουρκία» και «αμυνόμενη Ελλάδα». Μια φιλολογία που πλασάρεται από όλα τα κέντρα του αστισμού στη χώρα μας και στοχεύει στη λεγόμενη «εθνική ομοψυχία», δηλαδή στην υποταγή του λαού στην αστική τάξη. Που αφαιρεί από τις ελληνοτουρκικές διαφορές το ταξικό τους περιεχόμενο, το ότι είναι δηλαδή αντιθέσεις των δύο αστικών τάξεων και όχι των δύο λαών. Που εξαφανίζει την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και όλο το πλέγμα των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και ανταγωνισμών, μέσα στο οποίο κινούνται αυτές οι αντιθέσεις.

Σε σχέση με την ουσία των όρων «επιτιθέμενος» και «αμυνόμενος» και όσον αφορά την αριστερά και το λαϊκό κίνημα: Από άποψη φύσης και χαρακτήρα, και οι δύο αστικές τάξεις είναι εξίσου επιθετικές. Η γενικότερη επιδίωξή τους είναι η συνολική και ριζική ανατροπή των συσχετισμών δύναμης της μιας σε βάρος της άλλης, η πεποίθησή τους ότι η αναβάθμιση του ρόλου της μιας προϋποθέτει την δραστική αλλαγή των συσχετισμών σε βάρος της άλλης. Από αυτή την άποψη οι αντιθέσεις τους είναι διαρκείς και ασυμβίβαστες. Όσο κι αν κατά περιόδους μπαίνουν «κάτω από το χαλί», δεν εξαλείφονται, δεν λύνονται και συνεχίζουν να αποτελούν ενεργό παράγοντα εντάσεων που μπορούν να φτάσουν μέχρι την πολεμική αναμέτρηση.

Η όποια (μεγαλύτερη) «επιθετικότητα» της Τουρκίας και ο λεγόμενος «αμυντισμός» της χώρας μας δεν έχουν σχέση με τα χαρακτηριστικά των δύο αστικών τάξεων. Ο βαθμός εκδήλωσης της επιθετικότητάς τους καθορίζεται τόσο από το συσχετισμό δύναμης που διαμορφώνεται σε κάθε περίοδο ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις (και την κατάσταση στο εσωτερικό τους μέτωπο), όσο -και κυρίως- από το αν αυτή η επιθετικότητα έχει, ή θεωρείται ότι θα έχει τη στήριξη των κυρίαρχων ιμπεριαλιστών.

5. Είμαστε λοιπόν ενάντια σε κάθε ενέργεια «επιθετική», «αμυντική», προκλητική, ή τυχοδιωκτική (από την αστική τάξη και φυσικά από τον ιμπεριαλισμό), που οδηγεί σε κλιμάκωση του ανταγωνισμού και μπορεί να θέσει το λαό μας (και τον τούρκικο λαό) μπροστά στον κίνδυνο του πολέμου. Μ’ αυτή την έννοια, θεωρούμε δεδομένα τα υπάρχοντα σύνορα και το καθεστώς του Αιγαίου έτσι όπως έχουν προκύψει μέσα από τη διαδικασία συγκρότησης των δύο κρατών και είμαστε αντίθετοι σε κάθε αμφισβήτησή τους. Είτε πρόκειται για υλοποίηση «νόμιμων δικαιωμάτων» (επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια), είτε πρόκειται για «νόμιμες διεκδικήσεις» (παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου με την αμφισβήτηση του εύρους του), είτε –πολύ περισσότερο– πρόκειται για συνολική αμφισβήτηση του καθεστώτος των συνόρων μέσα από την άρνηση των υπαρχόντων συνθηκών (και αυτό δεν καμία σχέση με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων εθνοτήτων ή μειονοτήτων της μιας ή της άλλης χώρας).

Η πάλη για την ειρήνη, η πάλη για τη ζωή και τα δικαιώματα των λαών, των εθνοτήτων και των μειονοτήτων είναι υπόθεση των ιδίων, και δεν ανατίθεται σε καμία αστική τάξη και σε κανέναν ιμπεριαλιστή. Είμαστε σε ανοιχτή και πλέρια αντίθεση είτε με μια εθνικιστική πλευρά που θέλει να βλέπει μόνο την φύση του «απέναντι», είτε με μια κοσμοπολίτικη πλευρά που θέλει να μην βλέπει την αντιδραστική φύση των δύο αστικών τάξεων στην περιοχή και ποντάρει στην «ευρωπαϊκή πορεία» των δύο χωρών (δηλαδή στην ένταση της εξάρτησης από τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές). Ενώ και οι δύο προσεγγίσεις και οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που τις στηρίζουν θέλουν να ξεχνάνε τον ρόλο του ιμπεριαλισμού τόσο στην περιοχή όσο και στις δύο χώρες, ακριβώς διότι ευελπιστούν στην «ευεργετική» του παρέμβαση και προς όφελος της άρχουσας τάξης. Σ’ αυτή τη βάση είναι επιτακτικό καθήκον οι αγώνες του λαού και της εργατικής τάξης στο «εσωτερικό μέτωπο», να δεθούν με την ανάπτυξη της αλληλεγγύης και τη συγκρότηση του μετώπου πάλης λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας, αλλά και των άλλων λαών της περιοχής, ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, την αντίδραση και τον εθνικισμό.

 

Mustafa